αμυντικός /amvunˈdikos/ Adjective
- English
- defensive
- Українська
- оборонний
Example
- Η εταιρεία εφάρμοσε αμυντικές κινήσεις (αποτρεπτικές / αντιδραστικές / προστατευτικές) για να αποτρέψει μια εχθρική εξαγορά.
- The company implemented defensive measures to prevent a hostile takeover.
- Εδώ τονίζεται η στρατηγική αποφυγή ζημίας.