αναγνωρίζω /a.naɣnoˈri.zo/ Verb
- English
- recognize
- Українська
- впізнавати / визнавати
Example
- Αναγνώρισα τη φωνή της αμέσως στο τηλέφωνο.
- I recognized her voice immediately on the phone.
- Εδώ χρησιμοποιείται το αόριστο (αναγνώρισα) για την ολοκληρωμένη πράξη.