Ανεγείρω / Στήνω /aniˈʝe.ro/ Verb
- English
- erect
- Українська
- зводити
Example
- Η εκκλησία [ανηγμένα] (ανέγειρα / στήθηκε / θεμελιώθηκε) το 1582.
- The church was erected in 1582.
- Το 'ανηγμένα' (από το ανέγειρω) είναι πιο επίσημο και ταιριάζει σε ιστορικά κείμενα.