Ανεπαρκής /anɛparˈcis/ ΕπαρκήςEnglishinadequateУкраїнськанедостатнійExampleΟ φωτισμός στο στούντιο ήταν **ανεπαρκής** για τα γυρίσματα.The lighting in the studio was inadequate for filming.Εδώ τονίζεται η ποσοτική/ποιοτική έλλειψη.