Ανίχνευση /aniˈçnevsi/ Noun
- English
- detection
- Українська
- Виявлення
Example
- Η **αποκάλυψη** (ανίχνευση / διαπίστωση / εντοπισμός) των βαρυτικών κυμάτων επιβεβαίωσε τη θεωρία του Αϊνστάιν.
- The detection of gravitational waves confirmed Einstein's theory.
- Εδώ το «αποκάλυψη» δίνει μια πιο δραματική χροιά στην ανακάλυψη.