Ισχυρίζομαι / Διεκδικώ /isxiˈrizome/ Noun

English
claim
Українська
стверджувати

Example

  • Η εταιρεία έκανε ψευδείς **απαιτήσεις** για τα προϊόντα της. (Διεκδίκηση / Ισχυρισμός / Διαβεβαίωση)
  • The company made false claims about its products.
  • Εδώ το 'απαίτηση' λειτουργεί ως ισχυρισμός για την ποιότητα.