απαιτώ /ɐmɛˈdito/ Verb
- English
- require
- Українська
- потребувати
Example
- Αυτές οι ευαίσθητες ορχιδέες απαιτούν (επιβάλλω/καθιστώ αναγκαίο) συνεχή υγρασία.
- These delicate orchids require constant humidity.
- Εδώ το 'απαιτώ' τονίζει τη βιολογική αναγκαιότητα.