Αποκατάσταση /apokatástasi/ Noun
- English
- rehabilitation
- Українська
- Реабілітація
Example
- Η κλινική ειδικεύεται στην καρδιακή {αποκατάσταση} — {Επανένταξη} / {Ανάκτηση} / {Θεραπεία} — της καρδιάς.
- The clinic specializes in cardiac rehabilitation.
- Στην ιατρική, η 'αποκατάσταση' είναι ο καθιερωμένος όρος.