Αποκλεισμός /apokliˈzmos/ Noun
- English
- exclusion
- Українська
- виключення
Example
- Ο [αποκλεισμός] (απομάκρυνση / απέκλειση / έξωση) της ομάδας από το τουρνουά ήταν αμφιλεγόμενος.
- The exclusion of the team from the tournament was controversial.
- Εδώ τονίζεται η επίσημη απόφαση.