Απουσία /a.puˈsi.a/ Noun

English
absence
Українська
відсутність

Example

  • Η απόφαση πάρθηκε εν τη απουσία μου. (απουσία / μη-παρουσία / κενό)
  • The decision was made in my absence.
  • Το 'εν τη απουσία μου' είναι κλασική, ελαφρώς επίσημη έκφραση.