Τέχνη /ˈte.xni/ Noun

English
art
Українська
Мистецтво

Example

  • Σπούδασε τέχνη στο πανεπιστήμιο.
  • She studied art at university.
  • Η τέχνη στην Ελλάδα θεωρείται θεμέλιο της παιδείας.