ασφάλιση /asfaˈliːzi] NounEnglishinsuranceУкраїнськастрахуванняExampleΈχεις ταξιδιωτική [ασφάλιση] για το ταξίδι σου;Do you have travel insurance for your trip?Η λέξη «ασφάλιση» εδώ είναι η πιο άμεση και σύγχρονη επιλογή.