Αυγή /aˈvʝi/ Noun
- English
- dawn
- Українська
- Світанок
Example
- Η μελισσοκομία άρχισε με την [Αυγή] (Ανατολή / Λάμψη / Φως) — τα πουλιά άρχισαν να κελαηδούν με την αυγή.
- The birds began to sing at dawn.
- Η 'αυγή' εδώ είναι η στιγμή, όχι η πράξη του ξημερώματος.