Αξιολογώ /aksioloˈɣo/ Verb
- English
- evaluate
- Українська
- оцінювати
Example
- Η δίκη θα [αξιολογήσει] (εκτιμήσει / κρίνει) την αποτελεσματικότητα του νέου φαρμάκου.
- The trial will evaluate the effectiveness of the new drug.
- Εδώ το 'αξιολογώ' είναι η πιο ταιριαστή νομική/επιστημονική επιλογή.