Αξιοπρέπεια /aksioprépjea/ Noun

English
dignity
Українська
ГІДНІСТЬ

Example

  • Δέχτηκε την κριτική με σιωπηλή **αξιοπρέπεια** (τιμή / σεβασμό / υπόληψη) — σαν να μην την άγγιξε.
  • She accepted the criticism with quiet dignity.
  • Η 'σιωπηλή αξιοπρέπεια' είναι κλασική, δυνατή έκφραση.