μπάλα /ˈba.la/ Noun

English
ball
Українська
м'яч

Example

  • Κλώτσησε την μπάλα του ποδοσφαίρου στα δίχτυα.
  • She kicked the soccer ball into the net.
  • Το ποδόσφαιρο είναι το πιο δημοφιλές άθλημα στην Ελλάδα.