αναμειγνύω /anamikˈnʲo/ Noun

English
blend
Українська
поєднання

Example

  • Αυτός ο καφές είναι ένα υπέροχο **μείγμα** (χαρμάνι / κράμα / μίξη) από Arabica και Robusta κόκκους.
  • This coffee is a blend of Arabica and Robusta beans.
  • Το 'χαρμάνι' είναι πολύ συχνό για καφέ/καπνό.