Πλατύ Χαμόγελο / Χαμόγελο Ικανοποίησης /plaˈti xa.mo.ʝeˈlo/ Noun

English
grin
Українська
широка посмішка

Example

  • Έδωσε ένα πλατύ χαμόγελο όταν είδε το δώρο. (Χαμόγελο / Μειδίαμα / Σιγανό γέλιο)
  • She gave a broad grin when she saw the gift.
  • Το «πλατύ» τονίζει την έκταση του χαμόγελου, όπως το 'wide grin'.