Χέρι /ˈçe.ri/ NounEnglishhandУкраїнськаРукаExampleΤέντωσε το {χέρι} της για να χαιρετήσει τον νέο γείτονα.She reached out her hand to greet the new neighbor.Η κίνηση του χαιρετισμού είναι πολύ σημαντική στην ελληνική κουλτούρα.