Χώρα /ˈxo̞ra/ Noun
- English
- country
- Українська
- країна
Example
- Αντιπροσωπεύει τη **χώρα** της στους διεθνείς αγώνες (εκπροσωπεί / οικοδομεί / θεμελιώνει).
- She represents her country in international sports.
- Η εκπροσώπηση είναι θέμα εθνικής υπερηφάνειας.