Χαρούμενος /xaˈruːmenos/ Adjective

English
happy
Українська
Щасливий

Example

  • Είναι μια πολύ χαρούμενη οικογένεια. (Ευτυχισμένος / Αγαλματένιος / Χαρωπός)
  • They are a very happy family.
  • Η λέξη 'χαρούμενος' είναι η πιο ζεστή και άμεση επιλογή.