ξοδεύω / ξόδεμα /ksɔˈðevo/ Noun
- English
- spending
- Українська
- витрачати / витрати
Example
- Η κυβέρνηση σχεδιάζει να μειώσει τη στρατιωτική **δαπάνη** (αποταμίευση / εξοικονόμηση / περικοπή) — της: The government plans to cut military spending.
- The government plans to cut military spending.
- Η «δαπάνη» εδώ είναι ο επίσημος όρος για τα έξοδα.