κόρη /ˈkoɾi/ Noun
- English
- daughter
- Українська
- Донька (люба, рідна)
Example
- Η κόρη μου (το καμάρι μου / το στήριγμά μου / η συνέχεια μου) μεγάλωσε γρήγορα.
- My daughter (my pride / my support / my continuation) grew up fast.
- Η λέξη 'καμάρι' προσθέτει συναισθηματικό βάρος, δείχνοντας περηφάνια.