Δέσμευση /ðesˈmevzi/ Noun
- English
- commitment
- Українська
- зобов'язання / відданість
Example
- Δεν είμαι έτοιμος για μακροπρόθεσμη [δέσμευση] — ούτε για σχέση, ούτε για δάνειο.
- I'm not ready to make a long-term commitment.
- Εδώ η 'δέσμευση' καλύπτει και το ρομαντικό και το οικονομικό.