Διαφωνία /ðiaˈfonia/ Noun

English
disagreement
Українська
розбіжність

Example

  • Υπήρξε έντονη **διαφωνία** (αντιπαράθεση / διαφορά / ρήξη) για τον καλύτερο τρόπο διαχείρισης της κρίσης.
  • There was a disagreement about the best way to handle the crisis.
  • Το «έντονη» (intense) είναι μαγνητική λέξη εδώ.