Διατροφή /ðjatroˈfi/ Noun
- English
- nutrition
- Українська
- Нутриціологія
Example
- Ο γιατρός τόνισε τη σημασία της σωστής [διατροφή] (θρέψη / σίτιση / τροφή) για την ανάρρωση.
- The doctor emphasized the importance of proper nutrition.
- Η 'διατροφή' είναι ο πιο συνηθισμένος όρος για τη δίαιτα/υγεία.