Διαμετακόμιση / Διέλευση /tɾanˈzit/ Noun

English
transit
Українська
Транзит

Example

  • Τα εμπορεύματα υπέστησαν ζημιά κατά τη **διέλευση** (πέρασμα / διαδρομή / πορεία).
  • The goods were damaged in transit.
  • Εδώ το 'διέλευση' είναι η πιο κομψή επιλογή.