Δικαστής /ma.d͡ʒiˈs.tɾeɪt/ NounEnglishmagistrateУкраїнськаМагістратExampleΟ [Δικαστής] εξέδωσε ένταλμα σύλληψης για τον ύποπτο.The magistrate issued a warrant for his arrest.Εδώ το «Δικαστής» είναι το πιο άμεσο και κατανοητό.