Δοκιμή /ðo̞ˈci.mi/ NounEnglishtestingУкраїнськаТестуванняExampleΗ πυρηνική [Δοκιμή] υπήρξε μείζον παγκόσμιο ζήτημα.Nuclear testing has been a major global concern.Εδώ η 'δοκιμή' είναι η πιο επίσημη επιλογή.