Δωρητής /ðoɾiˈtis/ Noun
- English
- donor
- Українська
- ДОНОР
Example
- Η φιλανθρωπική οργάνωση ευχαρίστησε κάθε {δωρητή} για τη συνεισφορά του.
- The charity thanked every donor for their contribution.
- Η λέξη 'δωρητής' είναι η πιο ουδέτερη και ευρέως αποδεκτή.