Περισσεύω / Εφεδρεία /spɛər/ Επίθετο
- English
- spare
- Українська
- мати в запасі / вільний
Example
- Μελετάει μουσική στον [εφεδρικό] του χρόνο.
- He's studying music in his spare time.
- Εδώ το 'εφεδρικός' δίνει την αίσθηση του χρόνου που δεν είναι δεσμευμένος.