έφηβος /ˈefivos/ Noun
- English
- teenager
- Українська
- підліток
Example
- Το περιοδικό απευθύνεται σε **εφήβους** που ενδιαφέρονται για την τεχνολογία.
- The magazine is aimed at teenagers interested in technology.
- Ο 'έφηβος' είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος.