Εγγύηση / Αποχωρώ /beɪl/ Noun

English
bail
Українська
Застава (юридичне) / Звалити (сленг)

Example

  • Ο δικαστής όρισε την [Εγγύηση] στις 50.000 δολάρια.
  • The judge set bail at $50,000.
  • Η 'Εγγύηση' είναι ο πιο άμεσος νομικός όρος.