Έλλειψη /eˈlipsi/ Noun

English
lack
Українська
нестача

Example

  • Υπάρχει μια **έλλειψη** κατανόησης μεταξύ των δύο πλευρών.
  • There is a lack of understanding between the two parties.
  • Εδώ η 'έλλειψη' είναι αφηρημένη, όχι υλική.