Ενέργεια /eˈnerʝia/ Noun
- English
- energy
- Українська
- енергія
Example
- Είναι σπατάλη χρόνου και [ενέργειας] — [απόδοση / σθένος / ζωντάνια].
- It's a waste of time and energy.
- Η λέξη 'απόδοση' (performance) είναι πιο κοντά στο 'waste of energy' σε εργασιακό πλαίσιο.