Επιδρομή /epiˈðromi/ Noun
- English
- raid
- Українська
- рейд
Example
- Η αστυνομία έκανε **επιδρομή** σε παράνομο καζίνο. (Η **έφοδος** / Η **εισβολή**)
- The police conducted a raid on the illegal gambling den.
- Εδώ η 'επιδρομή' είναι η πιο τυπική και άμεση μετάφραση για αστυνομική επιχείρηση.