Εστιατόριο /estiatoˈrio/ Noun
- English
- restaurant
- Українська
- рестора́н
Example
- Πάμε να δοκιμάσουμε αυτό το ιταλικό [εστιατόριο] που άνοιξε πρόσφατα.
- We're going to try this Italian restaurant that just opened.
- Η λέξη είναι ουδέτερη και ταιριάζει σε κάθε είδος κουζίνας.