Ευεξία /evɛkˈsja/ Noun
- English
- well-being
- Українська
- Благополуччя
Example
- Η έκθεση εστιάζει στην **ευημερία** των παιδιών σε ανάδοχες οικογένειες.
- The report focuses on the well-being of children in foster care.
- Εδώ η 'ευημερία' καλύπτει όλες τις πτυχές: ψυχολογική, κοινωνική, υλική.