γνώριμος /ɣnoˈrimos/ Εξοικειωμένος

English
familiar
Українська
знайомий

Example

  • Η μελωδία ακουγόταν **οικεία** (γνωστή / οικεία / οικεία) — σαν να την είχα ξανακούσει.
  • The melody sounded familiar.
  • Το 'οικεία' εδώ δίνει μια ζεστή, σχεδόν νοσταλγική αίσθηση.