εξωτερικός /eɡz.te̞r.iˈkos/ AdjectiveEnglishexternalУкраїнськазовнішнійExampleΟι εξωτερικές επιφάνειες του κτιρίου είναι επενδυμένες με γυαλί.The external walls of the building are made of glass.Εδώ τονίζεται η ορατή πλευρά του αντικειμένου.