φλόγα /ˈfloɣa/ NounEnglishflameУкраїнськаПолум'яExampleΗ μικρή κίτρινη **φλόγα** ενός σπίρτου φώτισε το πρόσωπό της.The tiny yellow flame of a match illuminated her face.Η λέξη 'φλόγα' δίνει έμφαση στην ορατή, λεπτή μορφή της φωτιάς.