Φορολογούμενος /fo.ro.lo.ʝuˈme.nos/ Noun

English
taxpayer
Українська
платник податків

Example

  • Το έργο χρηματοδοτήθηκε από τον τοπικό **φορολογούμενο** (Ο πολίτης που πληρώνει / Ο απλός πολίτης / Ο συνεισφέρων). — Η στήριξη της κοινότητας είναι ευθύνη όλων μας.
  • The project was funded by the local taxpayer.
  • Εδώ τονίζουμε την ιδιότητα του πολίτη που συνεισφέρει.