αστείο /asˈti.o/ AdjectiveEnglishfunnyУкраїнськасмішнийExampleΜου διηγήθηκε μια αστεία ιστορία για τη γάτα της.She told a funny story about her cat.Η λέξη 'ιστορία' (story) είναι θηλυκό, άρα 'αστεία'.