φυλετικός /filɛˈtikos/ Adjective

English
racial
Українська
расовий

Example

  • Η εταιρεία εφάρμοσε νέα εκπαίδευση για τη μείωση της φυλετικής προκατάληψης.
  • The company implemented new training to reduce racial bias.
  • Εδώ το 'φυλετικός' λειτουργεί ως προσδιορισμός του 'προκατάληψη'.