Υπερβαίνω /ipɛrviˈno/ Verb

English
exceed
Українська
перевищувати / перевершувати

Example

  • Το συνολικό κόστος δεν πρέπει να [Υπερβαίνω] τον προϋπολογισμό.
  • The total cost must not exceed the budget.
  • Εδώ το «Υπερβαίνω» είναι η πιο επίσημη και ακριβής επιλογή για οικονομικά όρια.