Ιδιωτικός / Προσωπικός /iðiˈotikos/ Adjective

English
private
Українська
Приватний

Example

  • Η πινακίδα έγραφε: «Ιδιωτική περιουσία. Μην εισέρχεστε.»
  • The sign said, ‘Private property. Keep out.’
  • Το 'ιδιωτική περιουσία' είναι η μαγνητική φράση.