Καταρτισμένος /kataɾtisménos/ Adjective
- English
- qualified
- Українська
- кваліфікований
Example
- Είναι μια Ικανή λογίστρια με δέκα χρόνια εμπειρίας.
- She is a qualified accountant with ten years of experience.
- Το 'Ικανή' εδώ καλύπτει την έννοια της επάρκειας και της ικανότητας.