Επάρκεια /eˈparcia/ Noun

English
competence
Українська
Компетентність

Example

  • Η [ικανότητα] του πιλότου εξασφάλισε την ασφαλή προσγείωση.
  • The pilot's competence ensured a safe landing.
  • Εδώ η 'ικανότητα' είναι η έμφαση στην τεχνική επάρκεια.