ιός /iˈos/ Noun
- English
- virus
- Українська
- вірус
Example
- Ο ιός της γρίπης [μικρόβιο / παθογόνο / βίρους] μεταδίδεται γρήγορα σε πολυσύχναστα μέρη.
- The flu virus spreads quickly in crowded places.
- Το «ιός» είναι ο καθιερωμένος όρος για τα βιολογικά αίτια.