Ισχυρίζομαι /isxiˈrizome/ Verb

English
allege
Українська
стверджувати

Example

  • Η έκθεση [ισχυρίζομαι/λέγω/υποστηρίζω] ότι το λογισμικό περιέχει κερκόπορτα.
  • The report alleges that the software contains a backdoor.
  • Εδώ η έμφαση είναι στην επίσημη διατύπωση του ισχυρισμού.